0
0
0
s2sdefault

Bασίλης Νίκας -ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 

  • Διαλέξατε 47 ή 49 εικόνες για κάποιον λόγο ή ο αριθμός ήταν τυχαίος; Δεν ήταν τυχαίος. Για τον χρόνο ολοκλήρωσης του project που αρχικά είχα ορίσει, πίστευα ότι θα μπορούσα να παρουσίαζα 50 φωτογραφίες στην έκθεση. Κοντά έφτασα. 
  • Με ποια κριτήρια επιλέξατε να μην μπουν κι άλλες εικόνες; Με εικαστικά κριτήρια. Ασφαλώς με τον τρόπο που εγώ τα αντιλαμβάνομαι, χωρίς φυσικά να θεωρώ ότι είμαι, ως φωτογράφος και δάσκαλος, καλλιτεχνική αυθεντία ή γκουρού. Εκτός από αυτές που σβήστηκαν αμέσως, υπήρχαν και καμιά τριανταριά φωτογραφίες που μπαινοέβγαιναν για πολύ καιρό από τον φάκελο «2η επιλογή» στον φάκελο «Έκθεση». Κατά τη διάρκεια των 14 μηνών που φωτογράφιζα στη Ριτσώνα, σχεδόν καθημερινά έδινα πολύ χρόνο για να βλέπω τις φωτογραφίες του φακέλου «Έκθεση» και να αλλάζω τη σειρά παρουσίασης τους, ακόμα και όταν αυτές ήταν λιγότερες από πέντε. Αυτή η συνεχής παρατήρηση, ως προς την προσέγγιση, τη σύνθεση, την ανθρώπινη παρουσία, τη συνοχή και το εννοιολογικό περιεχόμενο, κυρίως για τη συγκίνηση που ήθελα να προκαλέσουν στον θεατή, λειτουργούσε άλλοτε ως εισιτήριο και άλλοτε ως κόφτης για κάθε φωτογραφία που θεωρούσα ότι είχε ενδιαφέρον. 

  • Έχετε πει ότι είστε φωτογράφος της φόρμας. Είναι ένας από τους λόγους, για τους οποίους στη συγκεκριμένη δουλειά επιλέξατε το ασπρόμαυρο; Υπάρχουν και άλλοι λόγοι εκτός από τη δυσκολία του έγχρωμου; Το ασπρόμαυρο δημιουργεί μια εικόνα μελαγχολική, παραπέμπει πιο εύκολα σε πόλεμο, γίνονται και συνειρμοί σε μια αλλοτινή εποχή, πιο δύσκολη, που δεν θα έπρεπε να έχει θέση στο σήμερα; Για να είμαι ακριβής, λέω ότι είμαι φωτογράφος της επιφάνειας, όσο επιφανειακό και αν ακούγεται αυτό. Δίνω προτεραιότητα στην προσέγγιση και τη σύνθεση με βάση τη δύναμη της φόρμας. Αυτό είναι κυρίως άλλωστε που διδάσκω. Δεν θα έλεγα ότι πολυασχολούμαι με το εννοιολογικό περιεχόμενο των έργων μου και αυτό γιατί την ώρα που φωτογραφίζω αφήνομαι και μου βγαίνουν πράγματα χωρίς ιδιαίτερη σκέψη. Πολλές φορές, βλέποντας τις φωτογραφίες στην οθόνη της μηχανής λέω «...για δες τι βγήκε τώρα!». Δεν ανέβηκα στη Δομή Φιλοξενίας Προσφύγων στη Ριτσώνα για να φωτογραφίσω. Από περιέργεια ανέβηκα, και όπως πολλοί συμπολίτες μου από τη Χαλκίδα, έτσι και εγώ στην αρχή βοηθούσα στη διανομή των φαγητών και των ρούχων. Όταν ένιωσα την ανάγκη να φωτογραφίσω, η πρώτη ενδιαφέρουσα φωτογραφία που τράβηξα, ήταν ασπρόμαυρη και μάλλον γι’ αυτό συνέχισα να τραβάω ασπρόμαυρα. Είναι αλήθεια όμως ότι η ασπρόμαυρη απόδοση βοήθησε στο να δημιουργηθεί μια ενότητα που παίζει με το πού και το πότε, λόγω των δομικών υλικών στο camp. Μια μαθήτριά μου, χαρακτήρισε το έργο μου στη Ριτσώνα «Άχρονο». Είμαι σίγουρος ότι το είπε αυτό γιατί την επηρέασε και το ασπρόμαυρο.
  • Στις εικόνες σας τα παιδιά, ακόμα κι όταν δεν παίζουν, συχνά φαίνεται, να επιδίδονται στο αγαπημένο τους παιχνίδι, το κρυφτό. Κάποιες σκέψεις; Ναι, έτσι είναι. Αλλά δεν μπορώ να απαντήσω το «γιατί». Μου φάνηκε πάντως ενδιαφέρον αυτό που αναφέρει ο Κύπριος ποιητής και ζωγράφος Άντης Ιωαννίδης, σε μια παράγραφο του κειμένου της έκθεσης και του λευκώματος «Η σύνθεση των μορφών και των σχημάτων, οι λεπτές αντιθέσεις μεταξύ των γραμμών, η ευλύγιστη ισορροπία μεταξύ του εντός και του εκτός, του κλειστού και του ανοικτού χώρου, του εμφανούς και του μισοϊδωμένου, καταγράφουν στην επιφάνεια των εικόνων το βάθος του περιεχομένου». 

  • Τα συρματοπλέγματα ως σκοινιά για να στεγνώνουν τα ρούχα. Τα πολλαπλά παράθυρα στις τέντες ως κομματάκια συναρμολογούμενου παιχνιδιού. Όπως δηλώνει και το ντοκιμαντέρ της γιαπωνέζας Fuyuko Mochizuki για το φωτογραφικό σας έργο στη Ριτσώνα “Ιn the eyes of Children” που τώρα είναι στον Τελικό του Διεθνούς Φεστιβάλ Ανεξάρτητου Ντοκιμαντέρ του Hollywood, υιοθετείτε και σεις το βλέμμα των παιδιών; Μα ασφαλώς. Στη Ριτσώνα ανακάλεσα στη μνήμη μου τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό που μεγάλωσα, τα Οινόφυτα Βοιωτίας. Ως παιδί διάβασα λίγο, ήμουν ένας πολύ κακός μαθητής, και αυτό γιατί δεν είχα χρόνο. Διέθετα όλο μου το χρόνο για παιχνίδι. Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο απ’ όλα στη Ριτσώνα ήταν η διάθεση των παιδιών για ολοήμερο ελεύθερο παιχνίδι. Ναι, ως παιδί είδα τη ζωή τους και όχι ως ένας τυχοδιώκτης φωτογράφος. 

  • Υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στη μικρή ηλικία του παιδιού και στον σοφό γεροενήλικα που δηλώνει το μασκάρεμα του παιδιού. Το (υπο) δηλούμενο, που τονίζεται με πινελιές καρναβαλιού, αποτυπώματα ανοιχτής παλάμης, κ.λπ. ότι όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο καταφεύγει σε μάσκες μόλις βγαίνει στο θέατρο της καθημερινότητας, ήταν προφανώς ηθελημένο; Πόσο όμορφο και αληθινό είναι αυτό που είπατε. Μου αρέσει να ακούω τις ερμηνείες που δίνουν στις φωτογραφίες μου. Και χαίρομαι ακόμα περισσότερο, όταν για την ίδια φωτογραφία ακούγονται δύο ή και περισσότερες απόψεις από τον ίδιο άνθρωπο. Προσωπικά, αποφεύγω να μιλάω για τις εικόνες μου. Είμαι φωτογράφος και ό,τι έχω να πω το λέω με το έργο μου. 

  • Σκηνοθετήσατε εσείς κάποιες από τις λήψεις σε κάποιον βαθμό ή εξ ολοκλήρου; Δίνω χρόνο σε κάθε μου φωτογραφία. Βγάζω πολλά καρέ για κάτι που μ’ ενδιαφέρει. Η τακτική μου είναι να κλειδώνω το φόντο και να δημιουργώ ένα παιχνίδι προσεγγίσεων, επαναπροσδιορίζοντας, βλέποντας σχεδόν κάθε μου καρέ στην οθόνη της μηχανής, την απόσταση, τη γωνία και το κάδρο. Ναι, μέρος αυτής της διαδικασίας είναι και οι κατευθύνσεις... το “περπάτα”, “στάσου εκεί”, “κοίτα”. 

  • Λέτε ότι δεν “σεργιανίζετε” σε άλλες σύγχρονες φωτογραφικές δουλειές, που δεν έχουν ακόμα δοκιμαστεί από τον χρόνο, για να μη νοθεύεται η ματιά σας. Όμως σύγχρονες ταινίες βλέπετε. Δεν μου λένε και πολλά πράγματα οι σύγχρονες φωτογραφίες που παρουσιάζονται σε φεστιβάλ και γκαλερί ή αυτές που πουλιόνται χιλιάδες ή εκατομμύρια δολάρια. Πιστεύω ότι πολλές από αυτές έχουν προκύψει από αδυναμία και όχι από άποψη. Όμως αυτή δεν είναι και όλη η αλήθεια, γιατί πολλές φορές, όταν κάτι «δεν μου κάνει», λέω ότι μπορεί να μην έχω ωριμάσει ακόμα για να το καταλάβω. Δεν είμαι όμως και ο φωτογράφος που θα δώσει χρόνο μέσα στην εβδομάδα για να βλέπει φωτογραφίες στο διαδίκτυο. Όσες φορές είπα να το κάνω, σκέφτηκα ότι ίσως να δυσκολεύομαι μετά να σηκώνω τη μηχανή μου, γιατί μπορεί να λέω ότι «να, αυτό το έχω ξαναδεί σε αυτόν τον φωτογράφο». Θέλω να είμαι λίγο στον κόσμο μου, αν και είναι δύσκολο όταν κατά τη διάρκεια του έτους βλέπω και μιλώ για χιλιάδες φωτογραφίες μαθητών μου στα τρία εργαστήρια όπου διδάσκω, και όταν φυσικά αρκετοί από αυτούς, κυρίως στο Γκάζι, κουβαλούν ενδιαφέροντα στοιχεία από τους προηγούμενους δασκάλους που είχαν. 

  • Στη σειρά αυτή βλέπετε κάποια επίδρασή σας από τις ταινίες που προβάλλατε στα παιδιά; Ή κάποια επίδραση από τον Κινηματογράφο γενικά; Βλέπω κινηματογράφο. Κυρίως ευρωπαϊκό και ασιατικό. Πιστεύω ότι ο κινηματογράφος είναι ο μεγάλος τροφοδότης του έργου μου, στηρίζοντάς το αφηγηματικά. Θα έλεγα όμως ότι λειτουργεί μέσα μου με έναν τρόπο που δεν μπορώ να ερμηνεύσω. Το σίγουρο πάντως είναι ότι με κρατάει σε επαφή με τη σύγχρονη τέχνη πολύ περισσότερο από τη φωτογραφία. 

  • Οι κινηματογραφικές προβολές γίνονταν κάθε Τρίτη. Ημέρα Τρίτη “έπεσε” η Κωνσταντινούπολη, και Τρίτη ξέσπασε το οικονομικό κραχ του 1929. Στη λατινική ονομασία της λέξης υπάρχει σύνδεση με τον Άρη, τον θεό του Πολέμου. Η ίδια η περιοχή της Ριτσώνας είναι, βρήκα, ήδη ιστορικά φορτισμένη, εκεί το 1944 εκτελέστηκαν 110 Έλληνες ανάπηροι. Οι φωτογραφίες αυτής της δουλειάς σας εκτέθηκαν σε χώρο όπου έμεναν μικρασιάτες πρόσφυγες. Πιστεύετε στις συμπτώσεις; Κυνηγάτε συμβολισμούς; Η ιδέα για τις προβολές δεν ήταν δική μου, ήταν του φωτογράφου από τη Χαλκίδα Θοδωρή Νικολάου. Γνωρίζοντας ο Θοδωρής ότι διαθέτω την υποδομή για την προβολή ταινιών, μου πρότεινε να προβάλλω παιδικές ταινίες στο camp. Η Τρίτη απλά μας βόλευε ως μέρα, εμένα και τον φίλο μου Γιώργο Κουνή που μαζί προβάλλαμε τις ταινίες για εννέα μήνες. Η έκθεση «Τα παιδιά της Ριτσώνας» όμως, παρουσιάστηκε πρώτα στη Θήβα, μετά στη Χαλκίδα και σε λίγες μέρες στην Αθηναΐδα λόγω της νοηματικής της διασύνδεσης με τον Συνοικισμό των Μικρασιατών, ο οποίος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους φωτογραφικούς προορισμούς της Ελλάδας. Στη Θήβα, αυτός ο οικισμός δημιουργήθηκε το 1923 για να ικανοποιήσει την ανάγκη της στέγασης 700 οικογενειών ελλήνων προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Με την υποστήριξη του Συλλόγου Μικρασιατών Θήβας, της τότε συντρόφου μου, φίλων και μαθητών μου, και αφού πάλεψα με τις αντιδράσεις κάποιων από την τοπική κοινωνία οι οποίοι τον θεωρούν έναν απαξιωμένο – περιθωριοποιημένο χώρο, η έκθεση ξεκίνησε από εκεί το ταξίδι της προκειμένου να μιλήσει για τον Άνθρωπο πρόσφυγα και όχι για τον Σύρο, Κούρδο ή Αφγανό. 
  • • Έχετε πει ότι διαχωρίζετε ευθύς εξαρχής την ποιοτική από την περιγραφική εικόνα. Μια ποιοτική εικόνα δεν μπορεί να εμπεριέχει την περιγραφικότητα; Όταν αναφέρομαι στην περιγραφική φωτογραφία, μιλώ για τη φωτογραφία εκείνη που κάνω κι εγώ, ή τη βλέπω σε μαθητές μου ή σε άλλους φωτογράφους, η οποία είναι αποτέλεσμα ρηχών διεργασιών και πολύ εύκολα θυμίζει μια εικόνα που μπορεί να κάνει ο οποιοσδήποτε ασχολείται λίγο ή καθόλου με τη δημιουργική λήψη. Για εμένα δεν υπάρχει ακόμα και η καλή ή η ωραία φωτογραφία. Όπως επίσης δεν είναι δημιουργική εκείνη η φωτογραφία για την οποία οπωσδήποτε θα πρέπει κανείς να αρθρώσει λόγο. Μου αρέσει να σιωπώ όταν βλέπω φωτογραφίες, άλλων ή δικές μου. Τώρα, όπως κάθε δάσκαλος, έτσι και εγώ, μιλάω βλέποντας φωτογραφίες των μαθητών μου. Αυτή η διαδικασία όμως σχετίζεται με την εξέλιξη τους.
  • Πώς άλλαξε το βλέμμα και τη φωτογραφία σας αυτή η δουλειά; Αυτή η δουλειά έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο, και ό,τι και αν σκέφτομαι να κάνω στο μέλλον, εκεί πηγαίνει το μυαλό μου. Το ενδιαφέρον μου εστιάζει στην ανθρωπιστική και πολιτισμική προσέγγιση με στόχο να αναδείξει τα συναισθήματα, τα βιώματα και την κουλτούρα των ανθρώπων σε μικρές ή μεγάλες κοινότητες. 
  • • Πιστεύετε στον Θεό. Μπορείτε να διακρίνετε αν ένας φωτογράφος δεν πιστεύει, κοιτάζοντας μόνο την δουλειά του; Μακάρι να πίστευα στο Θεό και θα ήμουν ευτυχισμένος όσο μεγαλώνω και ωριμάζω, αν είχα και τη φλόγα που είχα στην εφηβεία μου. Στάθηκα τυχερός στη ζωή μου όταν γνώρισα στο κατηχητικό του χωριού μου τον μητροπολίτη Αργολίδος. Αν και πλέον δεν συμμετέχω καθόλου στη λατρευτική ζωή της εκκλησίας, η ιδεολογική βάση μου θα έλεγα ότι έχει αναφορά στον λόγο και το έργο αυτού του ανθρώπου. Σε αυτόν χρωστώ πολλά, ακόμα και ως φωτογράφος και δάσκαλος. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι το έργο ενός φωτογράφου μπορεί να θεωρηθεί ελλειπτικό από τη στιγμή που μπορεί να είναι άθεος, ή να πιστεύει οπουδήποτε.
  •  Και τη σκυτάλη παίρνει; Σε τι δουλεύετε τώρα ή τι σχεδιάζετε; Κάτι σκέφτομαι, αλλά όχι για τώρα. Αμέσως μετά την έκθεση, η οποία θα παρουσιαστεί στην Αθηναΐδα από τις 16 έως τις 22 Μαρτίου, μαζί με δύο φίλους μου θα εργαστούμε για ένα ντοκιμαντέρ με βάση κάτι που είχα δουλέψει φωτογραφικά στο παρελθόν. Αυτή η ιστορία σίγουρα θα απασχολήσει το ενδιαφέρον και τον χρόνο μου μέχρι το φθινόπωρο. Σας ευχαριστώ. Αυτή η συνέντευξη είναι πολύ μεγάλη τιμή για εμένα. 

    Bασίλης Νίκας 

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ 

Ο Βασίλης Νίκας γεννήθηκε το 1972 στα Οινόφυτα Βοιωτίας και κατοικεί στη Χαλκίδα. Σπούδασε φωτογραφία στη Leica Academy. Είναι  φωτογράφος και δάσκαλος φωτογραφίας στον «Φωτογραφικό 9ο» και στα εργαστήρια φωτογραφίας του Δήμου Περιστερίου και του Πολιτιστικού Συλλόγου Χαλκίδας «Έκφραση».Έχει διδάξει φωτογραφία σε πολλούς οργανισμούς & εργαστήρια τα τελευταία 15 χρόνια ενώ έχει επιμεληθεί και τις εκθέσεις των αντίστοιχων φορέων όπου έχει διδάξει. Ατομικές του εκθέσεις έχουν παρουσιαστεί στην Ελλάδα και το Λουξεμβούργο.Από τις «Εκδόσεις Ευρυγώνιος» κυκλοφορεί το ομότιτλο φωτογραφικό του λεύκωμα. www.photoenatos.gr

 

Πιο διαβασμένα