0
0
0
s2sdefault

Όταν άνοιξαν τα μάτια της καρδιάς και είδε πόσο τυφλή ήταν τότε όλα μέσα της πάγωσαν...συνειδητοποίησε ότι ήταν ένα τίποτε ...το απόλυτο τίποτε ...νέκρωσαν τότε όλα καρδιά, μυαλό, συναισθήματα...ένα ρομπότ είχε γίνει...χωρίς πόνο, χαρά τίποτε δεν την άγγιζε...τίποτε δεν ένοιωθε... μια ζωντανή νεκρή αυτό έγινε σε αυτό την οδήγησαν...τι κρίμα να σκοτώνεις την αγάπη και είχε τόση να δώσει ...τόση πολύ όσο οι θάλασσες της γης, όσα τα αστέρια στον ουρανό, όση η λάμψη του ήλιου, όσα τα λουλούδια στους αγρούς, όσα τα πουλιά που πετούσαν λεύτερα στον ουρανό …ναι είχε πολύ αγάπη να δώσει, η καρδιά της πλημμύριζε από δαύτην είχε να δώσει σε όλον τον κόσμο και ακόμη θα περίσσευε.

Γράφει Εύη Μακαρίου.

Μια καρδιά διψασμένη που της στέρησαν την πηγή...μια καρδιά πονεμένη που της στέρησαν το βάλσαμο να γαληνέψει...μια καρδιά που λαχταρούσε να αγαπηθεί …να αγαπηθεί αληθινά όπως της άξιζε …

Λίγη δροσιά ζητούσε ...ένα θαλασσινό αεράκι να της δώσει πνοή ίσα για να ζήσει...το κύμα της θάλασσας να την παράσερνε για να συναντήσει την αγάπη που τόσο ποθούσε … να την έπαιρνε κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι και με την βάρκα του να την περίμενε, τα στιβαρά του μπράτσα να την άρπαζαν, από τα κύματα να την γλύτωνε, το φιλί της ζωής να της έδινε, στην αγκαλιά του να την έβαζε, λόγια όμορφα να της έλεγε, αυτά τα ερωτόλογα που τόσο λαχταρούν οι κοπελιές να ακούνε από τους αγαπημένους τους, λόγια τρυφερά ψιθυριστά στο αυτί, να τρέμει από την ανατριχίλα της αναπνοής του, μέσα στην αγκαλιά του να την ταξίδευε σε εκείνους τους κόσμους τους μοναδικούς, τους παραμυθένιους που μόνο οι ερωτευμένοι μπορούν να ζήσουν, δική του να την έκανε εκεί στο ξύλινο πάτωμα της βάρκας με την γοργόνα να ξεπετάγεται μέσα από τα κύματα, να βλέπει αυτό το κολασμένο πάθος τους να ξεχειλίζει και να χαίρεται και αυτής η ψυχή της βλέποντας δυο ανθρώπους να αγαπιούνται. Με το φεγγάρι συντροφιά να φέγγει ίσα για να βλέπει ο ένας τα μάτια του άλλου, να βλέπουν το πάθος και την αγάπη που είχε ο ένας για τον άλλο, αυτή την άσβεστη φλόγα που μόνο στα μάτια των ερωτευμένων μπορείς να αντικρίσεις.

Της σκότωσαν ότι όμορφο είχε στην ψυχή της, δεν μπορούσαν να αντέξουν την τόση αγάπη που είχε, πως μπορείς να αντέξεις όταν δεν ξέρεις να αγαπάς, όταν ποτέ δεν ένιωσες αυτό το συναίσθημα; Δέχεσαι την αγάπη απλόχερα, ανοίγεις την αγκαλιά σου να την βάλεις μέσα να την κλείσεις μόνο όταν έχεις καρδιά γεμάτη από αγάπη διαφορετικά την αποστρέφεσαι, την σκοτώνεις, την εγκαταλείπεις, την πληγώνεις …με κάθε τρόπο την διώχνεις γιατί απλά δεν την αντέχεις αφού σε αυτήν δεν πιστεύεις … άνθρωποι κενοί, τόσο φτωχικοί, τόσο μόνοι, αλλά και τόσο δυστυχισμένοι που δεν μπορούν να ζήσουν με αγάπη και συνεχώς ψάχνονται να βρουν αυτό το κάτι να τους γεμίσει, χρώματα να βάλουν στην ζωή τους αλλά πως μπορούν να την χρωματίσουν όταν μαύρη είναι η ψυχή τους;

Όταν το πρόσκαιρο αναζητούν απλά για να μην πληγωθούν κι ας αυτοί πληγώνουν ότι βρουν χωρίς τύψεις να τους ενοχλούν, συνείδηση ήσυχη να έχουν, το ψευτοπάθος τους κυριαρχεί λόγια ψεύτικα απ το στόμα τους θα βγουν ίσα τον εγωισμό τους να ικανοποιήσουν και τι τους νοιάζει αν εσένα σε πληγώσουν, αν εσύ σαν δαύτους δεν θα γίνεις γιατί εσύ έχεις καρδιά που αγαπά, τον κόσμο όλο έχεις μες την κατάλευκη ψυχή σου, κλεισμένο στα συρματοπλέγματα με φρουρό την αγάπη, καθοδηγητή την πίστη και σύντροφο τον σεβασμό… εσύ αξίζεις, αυτό μες το μυαλό σου συνεχώς να έχεις γιατί όποιος αγαπά κερδίζει… δώρα πολλά κάποτε θα πάρει και την ευτυχία που αναζητά θα βρει γιατί απλά προσμένει και καρτερεί έστω και αργά κάποτε αγάπη αληθινή θα ρθεί φτάνει με πάθος να την καρτερεί!!!


Πιο διαβασμένα