0
0
0
s2sdefault

ΚΟΛΑΦΟΣ ΓΙΑ τις προσπάθειες του Δημάρχου Πάφου να αποκλείσει από την ψηφοφορία κατά τη συζήτηση του θέματος του Νομικού Συμβούλου του Δήμου, συγκεκριμένους δημοτικούς συμβούλους, είναι η γνωμάτευση γνωστού νομικού οίκου, μια γνωμάτευση που ζήτησαν δημοτικοί σύμβουλοι.

ΟΛΑ ΑΥΤΑ, ενώ ακόμη δεν έχει αποφασιστεί πότε θα ψηφίσουν επιτέλους, οι δημοτικοί σύμβουλοι για ένα θέμα που απασχολεί το Δήμο, εδώ και μήνες.

ΟΛΟΚΛΗΡΗ η γνωμάτευση δημοσιεύεται πιο κάτω:

Κύριοι

Θέμα: Γνωμάτευση αναφορικά υε την εξαίρεση μελών του Δημοτικού Συμβουλίου.

Μας έχει ζητηθεί να γνωματεύσουμε επί των ακόλουθων ερωτημάτων:

Α. Κατά πόσον ο Δήμαρχος νομιμοποιείται να ζητήσει την εξαίρεση Δημοτικών Συμβούλων από τη Συνεδρίαση στην οποία πρόκειται να τεθεί θέμα τερματισμού ή συνέχισης της συνεργασίας του Δήμου Πάφου με τον Νομικό του Σύμβουλο (με αποτέλεσμα ως αυτό αντλείται από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μας, να μην καλεί την εν λόγω συνεδρίαση χωρίς την εξαίρεση των αναφερόμενων πιο κάτω δημοτικών συμβούλων).

Β. Αν οι συγκεκριμένοι Δημοτικοί Σύμβουλοι, στις κάτωθι περιπτώσεις πρέπει να εξαιρεθούν, ήτοι:

(α) Αν πρέπει να εξαιρεθούν οι (4) δημοτικοί σύμβουλοι για το λόγο ότι ο Νομικός Σύμβουλος του Δήμου (τον οποίο θα αφορά η εν λόγω συνεδρίαση) ενήργησε σαν δικηγόρος τους στην Ποινική Υπόθεση 2475/2016 στο Ε.Δ. Λευκωσίας.

(β) Αν πρέπει να εξαιρεθεί από την ίδια ψηφοφορία ο Δημ. Σύμβουλος κ. Μιχάλης X” Μιτσής για τον λόγο ότι εναντίον του αδερφού του και υπάλληλου του Δήμου, έχει ασκηθεί τόσο πειθαρχική δίωξη, όσο και διερεύνηση του από την Αστυνομία για την υπόθεση του παραλιακού μετώπου Πάφου.

(γ) Αν πρέπει να εξαιρεθεί ο κ. Μαρίνος Στυλιανού για το λόγο ότι προσελήφθη ως Διευθυντής του ΕΒΕ Πάφου όπου ο γιος του κ. Πολύκαρπου Φιλίππου είναι ένας από τα 21 μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Στην προκειμένη η απόφαση ελήφθη όμως ακόμα δεν έχει γίνει προσφορά ούτε υπογράφηκε σχετικό συμβόλαιο. Για σκοπούς παροχής της παρούσας γνωμάτευση έχουμε λάβει υπόψη τα ακόλουθα:

1. 10 Δημοτικοί ζήτησαν από το Δήμαρχο Πάφου στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου ημερομηνίας 28.02.2018, να θέσει σε ψηφοφορία το ερώτημα κατά πόσο ο Δήμος Πάφου θα συνέχιζε τη συνεργασία του με τον Νομικό του Σύμβουλο.

2. Ο Δήμαρχος Πάφου μέχρι και σήμερα αρνείται να καλέσει την εν λόγω συνεδρίαση. 3. Ο Δήμαρχος Πάφου ζήτησε εξαίρεση 6 Δημοτικών Συμβούλων κατ' ισχυρισμό ύπαρξης διαφορετικού προσωπικού κωλύματος στον κάθε ένα, ως αναλύεται ανωτέρω υπό (Β) και στα σημεία (α), (β), και (γ) της επιστολής σας ημερομηνίας 16.03.2018.

4. Η εξαίρεση των ως άνω Συμβούλων λειτουργεί ως προαπαιτούμενο εκ μέρους του Δημάρχου για την κλήση της εν λόγω συνεδρίασης.

Απάντηση στο ερώτημα A:

Σε σχέση με τα όσα αφορούν την άρνηση του Δημάρχου Πάφου να θέσει το θέμα του τερματισμού της συνεργασίας με το Νομικό Σύμβουλο του Δήμου Πάφου και λαμβάνοντας υπόψη την υπόθεση ότι τα γεγονότα, που τέθηκαν ενώπιον μας ως τα ισχύοντα, σημειώνεται ότι

: > Σχετικά με Συνεδριάσεις και Εργασίες του Δημοτικού Συμβουλίου το άρθρο 43 (1) του περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν.111/85) (εφεξής ο «Νόμος») ορίζει ότι: «Η σύγκλησης των συνεδριάσεων του συμβουλίου και αι εργασίαι κατά την διάρκειαν αυτών ρυθμίζονται διά κανονισμών εκδιδομένων DOC τον σκοπόν αυτόν, από καιρού εις καιρόν, υπό του συμβουλίου».

> Με βάση το προαναφερθέν άρθρο και τις εξουσίες που παρέχει στο Δημοτικό Συμβούλιο κάθε Δήμου σχετικές με την έκδοση κανονισμών που διέπουν τη σύγκλιση των συνεδριάσεων, το Συμβούλιο του Δήμου Πάφου, εξέδωσε την Κ.Δ.ΙΊ 369/1997 (εφεξής οι «Κανονισμοί»). > Ο ερμηνευτικός Κανονισμός 2 των Κανονισμών αναφέρει ότι «Συμβούλιο» σημαίνει το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Πάφου.

> Σύμφωνα με τον Κανονισμό 4 των Κανονισμών: «Οι συνεδριάσεις του Συμβουλίου πραγματοποιούνται οιαδήποτε ημέρα σύμφωνα με την διαδικασία που προνοείται στους παρόντες Κανονισμούς»

> Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 7 των Κανονισμών ο δήμαρχος δύναται καθ’ οιονδήποτε χρόνο να συγκαλεί συνεδρία του συμβουλίου. > Περαιτέρω, και σύμφωνα με τον Κανονισμό 8(α): «Αν ο Δήμαρχος αρνείται να καλέσει συνεδρίαση κατόπιν αίτησης που υποβλήθηκε προς αυτόν και είναι υπογεγραμμένη από το μισό του συνολικού αριθμού των συμβούλων. Οι σύμβουλοι αυτοί μπορούν μετά την άρνηση αυτή να συγκαλέσουν οι ίδιοι συνεδρίαση»

> Επιπλέον σύμφωνα με τον Κανονισμό 8(β): «Αν ο Δήμαρχος δεν αρνείται αλλά και δεν συγκαλεί συνεδρίαση μέσα σε επτά ημέρες από την ημέρα που υποβλήθηκε η αίτηση, οι σύμβουλοι που υπογράφουν την αίτηση μπορούν οι ίδιοι μετά την εκπνοή επτά ημερών. να συγκαλέσουν συνεδρίαση» (έμφαση δική μας) >

Συνεπώς, δεν προβλέπεται οιοσδήποτε μηχανισμός στο Νόμο και/ή στους ισχύοντες κανονισμούς, ο οποίος να επιτρέπει την άρνηση παραπομπής ζητήματος σε συνεδρίαση, αιτήματος του μισού αριθμού των συμβούλων για οποιονδήποτε λόγο και με οποιαδήποτε αιτιολογία και αν περιβάλλεται η άρνηση αυτή.

> Επομένως η σύγκληση σε συνεδρίαση μετά από νομότυπη κλήση είναι εκ του νόμου υποχρεωτική και η οποιαδήποτε τυχόν κρίση/ απόφαση του συλλογικού οργάνου επί ενός ζητήματος που προκύπτει περιβάλλεται από το τεκμήριο της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, μέχρις ότου τυχόν κριθεί και ακυρωθεί από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο.

Εν συνεχεία και σε σχέση με την εξαίρεση μέλους του δημοτικού συμβουλίου από την εν λόγω συνεδρίαση και/ ή ψηφοφορία σημειώνονται τα ακόλουθα: Το τεκμήριο της αμεροληψίας που πρέπει να περιβάλλει την διαδικασία και την κρίση επί της εκδόσεως μιας διοικητικής πράξης αναλύεται επακριβώς στον περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο του 1999 (Ν. 158 (Ι)/1999).

Οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τεκμαίρεται ότι θίγεται η αμεροληψία της απόφασης/ πράξης του διοικητικού οργάνου, είναι περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 42 (2) του προαναφερθέντος νόμου. Πιο συγκεκριμένα τεκμαίρεται ως μεροληπτική η απόφαση όταν μετέχει: «...πρόσωπο (μέλος) που ένει ιδιάζουσα σχέση ή συγγενικό δεσμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και του τέταρτου βαθμού ή Βρίσκεται σε οξεία έχθρα με το άτομο που αφορά η εξεταζόμενη υπόθεση που έχει συμφέρον για την
έκβασή της>.

Σε αυτές τις περιπτώσεις το κωλυόμενο πρόσωπο υποχρεούται να μην μετέχει στην έκδοση της πράξης (έμφαση δική μας). Στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929 - 1959, σελ. 111, σε σχέση με αυτό το ζήτημα, αναφέρονται τα εξής: «Εν τούτοις το Σ. τ. Ε. δέχεται την αρχήν, καθ' ην τα όργανα της Διοικήσεως δέον να παρέχωσιν εγγύησιν αμερόληπτου κρίσεως, οσάκις δε τα μέλη του συλλογικού οργάνου συνδέονται διά δεσμών ή ιδιαζούσης σχέσεως προς τα πρόσωπα, εις α αφορά η κρινομένη υπόθεσις, ή έχουσι συμφέρον εις την έκβασίν της, δημιουργείται τεκμήριον επηρεασμού τούτων, κλονίζων την πεποίθηση του διοικουμένου επί το αδιάβλητον της κρίσεως των οργάνων. Η συμμετοχή, όθεν, μέλους παρ' ω υφίσταται ο κατά τα άνω δεσμός ή σχέσις ή συμφέρον, δημιουργεί κακήν σύνθεσιν του συλλογικού οργάνου επαγομένην ακυρότητα των πράξεων αυτού» (έμφαση δική μας).

Αξίζει να σημειωθεί, ότι τα όσα αναφέρονται ανωτέρω δεν ανταποκρίνονται σε αόριστους ισχυρισμούς. Αποτελεί πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι οι ως άνω αναφερόμενες σχέσεις εξετάζονται διεξοδικά στα πλαίσια κάθε περίπτωσης. Ειδικότερα έχει λεχθεί σε σωρεία υποθέσεων ότι το ζήτημα (που κάθε φορά τίθεται) πρέπει να αφορά την κατά περίπτωση λειτουργία του οργάνου, και είναι σ' αυτά τα πλαίσια (ως πρόβλημα μεροληψίας), κατά τρόπο συγκεκριμένο (ad hoc) και όχι αφηρημένα και κατά τρόπο γενικό, που υπεισέρχεται η αρχή της αμεροληψίας της διοικητικής δράσης (βλ. Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314).

Επομένως για τη στοιχειοθέτηση της ιδιάζουσας σχέσης ή ιδιαίτερου δεσμού μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο δεν αρκεί οποιαδήποτε προσωπική ή επαγγελματική σχέση, αλλά τέτοια που, ενόψει των συντρεχουσών περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, είναι πρόσφορη να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι το μέλος του οργάνου έχει ήδη σχηματισμένη και, συνεπώς, προκατειλημμένη γνώμη για τον υποψήφιο τον οποίο πρόκειται να κρίνει (βλ. ΣτΕ 3878/2015, 2966/2014),

Αξιοσημείωτο είναι δε, το γεγονός ότι τα δικαστήρια δέχονται ότι η σχέση που ανακύπτει από οικονομικό ή προσωπικό συμφέρον μέλους συλλογικού οργάνου, για να είναι τέτοια που να θεωρείται ως κωλυματική της συμμετοχής του, πρέπει να είναι σπουδαία.

Επιπλέον, τόσο η νομική θεωρία όσο και η νομολογία αναγνωρίζουν δύο τρόπους αναφοράς της ύπαρξης κωλύματος. Αφενός το βάρος επαφίεται στον έχοντα το κώλυμα να ζητήσει αυτοεξαίρεση, και αφετέρου παρέχεται στον έχοντα έννομο συμφέρον το δικαίωμα να υποβάλει αίτημα εξαίρεσης, προβάλλοντας, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τους λόγους που το θεμελιώνουν. Ως εκ της θεωρίας συναγόμενο, η απόφαση επί της αιτήσεως εξαίρεσης πρέπει να είναι ταχεία και ακριβής.

Περαιτέρω τέτοια απόφαση πρέπει να λαμβάνεται από τα υπόλοιπα μέλη του συλλογικού οργάνου στη διάθεση των οποίων τίθενται τα ακριβή στοιχεία που φανερώνουν σπουδαία ή/και ιδιάζουσα σχέση κωλύματος. Η απλή και μόνο αναφορά στην ύπαρξη μιας σχέσης δεν καθιστά αυτομάτως την κρίση μέλους μεροληπτική, αφού αν κάτι τέτοιο ίσχυε θα δυσχέραινε σε μεγάλο βαθμό την λήψη αποφάσεων και θα έπληττε το τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων.

Εν προκειμένω, από τον περί Δήμων Νόμο αλλά και ειδικότερα από τις αρμοδιότητες του δημάρχου, όπως αυτές διατυπώνονται στο άρθρο 46, δεν προκύπτει οποιοδήποτε δικαίωμα επιβολής εξαίρεσης λόγω ισχυριζόμενης ύπαρξης κωλύματος σε οποιοδήποτε μέλος του δημοτικού συμβουλίου. Και αυτό γιατί ουσιαστικά δεν υπάρχουν τα νομικά εργαλεία για να πράξει κάτι τέτοιο.

Μπορεί να λεχθεί ότι ακόμη και στην ακραία ομολογουμένως περίπτωση, όπου σημειώνεται η ύπαρξη σχέσης η οποία εκ πρώτης όψεως οδηγεί σε συμπέρασμα ύπαρξης κωλύματος συμμετοχής, το μέλος ουσιαστικά δεν μπορεί να παρεμποδιστεί από το να συμμετέχει κανονικά στην λήψη και έκδοση της απόφασης.

Το κατά πόσον προκύπτει μια νόμιμη πράξη από το όργανο με νόμιμη σύνθεση είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα, το οποίο εμπίπτει στα πλαίσια του ακυρωτικού ελέγχου των διοικητικών πράξεων μετά βεβαίως από προσβολή τους.

Σε κάθε περίπτωση όμως, ως αναφέρεται και ανωτέρω, ο έχων έννομο συμφέρον (εν προκειμένω ο δήμαρχος) μπορεί να ζητήσει / αιτηθεί την εξαίρεση μέλους και αφού αποδειχτεί η ύπαρξη τέτοιας σοβαρής σχέσης που να λειτουργεί ανασταλτικά προς την αμερόληπτη κρίση του μέλους του Δ.Σ, τότε το μέλος έχει υποχρέωση να απόσχει από οποιαδήποτε σχετική με την εν λόγω συνεδρία ενέργεια. Η παρόλα αυτά συμμετοχή του μέλους ενδεχομένως να καθιστά την απόφαση ακυρώσιμη και εξ υπαρχής άκυρη μέσω της προσβολής της με διοικητική προσφυγή.

Επιπλέον τονίζεται ότι σε καμία περίπτωση το καταγγέλλον την ύπαρξη μεροληψίας από μέλη του συμβουλίου όργανο (και έχον το έννομο συμφέρον), δεν πρέπει να είναι και το μοναδικό αποφασίζον την μη συμμετοχή τους. Είναι λοιπόν απαραίτητη προϋπόθεση κατά την λήψη της απόφασης επί αιτήσεως για εξαίρεση μέλους λόγω κωλύματος, να πληρούνται οι σχετικές αρχές. Ως προς τούτο η απόφαση πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη, ενώ στον καθ' ου η αίτηση πρέπει να παρασχεθεί το δικαίωμα να ακουσθεί και/ ή να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του αιτητή.

Τέλος, είναι επιτακτική ανάγκη, η μη συμμετοχική στις σχετικές με την αίτηση εξαίρεσης διαδικασίες, προσώπων τα οποία διατηρούν έννομο συμφέρον ως προς την έκβασή της, ήτοι κυρίως του αιτούντος την εξαίρεση και του καθ’ ου.

Απάντηση στο Ερώτημα Β: 1. Η σχέση των τεσσάρων (4) Δημοτικών Συμβούλων με τον Νομικό Εκπρόσωπο του Δήμου, προέκυψε από τη συνεργασία των δύο πλευρών στα αυστηρά πλαίσια των ιδιοτήτων τους, ήτοι οι μεν ως Δημοτικοί Σύμβουλοι του Δήμου Πάφου και ο δε ως Νομικός Σύμβουλος του Δήμου Πάφου. Μια τέτοια σχέση που υποδηλώνει αναγκαστική τριβή των δύο μερών στα πλαίσια της υγιούς ενάσκησης των καθηκόντων. Κρίνεται επιπλέον ως απολύτως φυσιολογική και αναγκαία και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σπουδαία προσωπική ή οικονομική και/ ή ιδιάζουσα στο βαθμό που να απολήγει σε κώλυμα συμμετοχής.

Εάν περαιτέρω δεχτούμε ότι η σχέση για την οποία ζητείται η εξαίρεση τους αφορά την εκπροσώπηση και μόνο των εν λόγω συμβούλων από τον Νομικό Σύμβουλο του Δήμου σε ποινική υπόθεση στην οποία κατηγορήθηκαν υπό την ιδιότητα τους ως δημοτικοί σύμβουλοι του Δήμου, και στην οποία συγκατηγορούμενος ήταν και ο ίδιος ο Δήμος Πάφου, όπως επίσης και ο νυν δήμαρχος, τότε η σχέση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιάζουσα ή πέραν του προβλεπόμενου στενή και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει αιτία εξαίρεσής των, ως έχει αναλυθεί και ανωτέρω.

Προς υποστήριξη της μη ύπαρξης τέτοιας ιδιάζουσας σχέσης είναι και το γεγονός ότι ο εν λόγω νομικός σύμβουλος δρούσε κατόπιν εντολής και/ ή συμφωνίας με τον Δήμο και ως εκ τούτου η συνάφεια των κατηγοριών αλλά και η κοινή υπερασπιστική γραμμή κατά λογική αναγκαιότητα οδήγησαν στην εκπροσώπηση και των πλείστων Δημοτικών Συμβούλων-Συγκατηγορούμενων.

Ειδικότερα στην εν λόγω υπόθεση οι περίπου 23 στον αριθμό κατηγορούμενοι, στην πλειονότητά τους αντιπροσωπεύονταν από τον εν λόγω Νομικό Σύμβουλο. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις ΣτΕ 1566-1570/2016, όπου το δικαστήριο έκρινε ότι: «... η επαγγελματική σχέση ... μέλους της εξεταστικής επιτροπής ... με [επιτυχούσα υποψήφια] διήρκεσε επί δεκαεπτά περίπου μήνες ... [στο πλαίσιο Δικηγορικής Εταιρίας].

Το χρονικό τούτο διάστημα δεν είναι μεγάλο, ενώ, κατά το μεγαλύτερο μέρος του (όλο το έτος 2015), η [ενδιαφερόμενη] εμφανίζει ελάχιστη επαγγελματική δικαστηριακή δραστηριότητα. Η επαγγελματική δε σχέση των ωο άνω δεν ήταν ενεστώσα κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, διακοπείσα δύο περίπου μήνες πριν από τη συγκρότηση της επιτροπής. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν στοιχειοθετείται ύπαρξη ιδιάζουσας σχέσης του [μέλους της επιτροπής προς την επιτυχούσα υποψήφια], δημιουργούσα τεκμήριο επηρεασμού αυτού, η περί της οποίας καταφατική κρίση, ενόψει και του διακυβεύματος της υπόθεσης, πρέπει να είναι τεκμηριωμένη πέρα από κάθε αμφιβολία• εξ άλλου, ο απών δεν επικαλείται ούτε υποδεικνύει πρόσθετα στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν την κατά τα άνω ιδιάζουσα σχέση (πρβλ. ΣΕ 2966/2014).

Συνεπώς, ο λόγος περί κακής σύνθεσης της επιτροπής είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί». (έμφαση δική μας) 2. Όσον αφορά την υπό (2) περίπτωση ήτοι του κ. Χ”Μιτσή, με βάση τα στοιχεία τα οποία έχετε θέσει ενώπιον μας, δεν διακρίνεται οποιαδήποτε σχέση που να δικαιολογεί την εξαίρεση του συγκεκριμένου δημοτικού συμβούλου, από την εν λόγω συνεδρίαση με θέμα τις υπηρεσίες του νομικού συμβούλου του Δήμου Πάφου.

Πιο συγκεκριμένα ως εκ των δεδομένων της υπόθεσης, ο δημοτικός σύμβουλος του οποίου ζητείται η εξαίρεση ουδεμία σχέση παρουσιάζει με τον Νομικό Σύμβουλο, η οποία να παραπέμπει σε τυχόν τήρηση μεροληπτικής στάσης στην εν λόγω συνεδρία. Η ύπαρξη συγγενικού δεσμού με πειθαρχικά ελεγχόμενο δεν αφορά τις περιπτώσεις του άρθρου 42 (2) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο, αφού εκεί γίνεται λόγος για συγγενικό δεσμό του μέλους του συλλογικού οργάνου και του προσώπου υπέρ ή εναντίον του οποίου πρόκειται να εκδοθεί η υπό κρίση διοικητική πράξη. Η περίπτωση κατά την οποία η ύπαρξη οξείας έχθρας ενδεχομένως να θίγει τα εχέγγυα αμεροληψίας ως προς την έκδοση της πράξης δεν φαίνεται να ισχύει στην παρούσα περίπτωση.

Το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων τόνισε ότι η απλά τεταμένη σχέση δεν συνιστά εκ προοιμίου ύπαρξη έχθρας που να καθιστά μια απόφαση οργάνου παράνομη ως στερούμενης αμερόληπτης κρίσης. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην υπόθεση Παύλος Κουμέττος v Δημοκρατίας 4 Α.Α.Δ. 619 (1998) όπου μεταξύ άλλων τονίσθηκαν τα ακόλουθα που φανερώνουν την δυσκολία ως προς την απόδειξη στην ύπαρξη έχθρας; «Για να αποδειχθεί η έλλειψη αμεροληψίας του Α έναντι του Β δεν είναι αρκετό, από μόνο του το γεγονός ότι ο A έχει στο παρελθόν και στη διάρκεια της εκτέλεσης των επίσημων καθηκόντων του, κάμει δυσμενείς εμπιστευτικές εκθέσεις για τον B, ή ότι o A έχει με άλλο τρόπο εκφράσει επισήμως μια δυσμενή άποψη σε σχέση με τον Β με αποτέλεσμα ο Β να είχε καταχωρήσει σχετική αγωγή εναντίον του Α, ή ότι ο Β είχε στο παρελθόν δώσει μαρτυρία είτε σε ποινική δίκη ή σε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του Α (βλ., ανάμεσα σ' άλλα, αποφάσεις του Στ.Ε. 2905/65, 1014/69 και 975/1970 καθώς και Σολέας ν. Δημοκρατίας (1974) 3 Α.Α.Δ. 498)». Η απόφαση Χρίστου ακολουθήθηκε στην υπόθεση Σωτηριάδου ν. Δημοκρατίας (1983) 3 Α.Α.Δ. 921,946 και αργότερα στην υπόθεση Κοντεμενιώτης ν. Ρ.Ι.Κ.
(1982) 3 Α.Α.Δ. 1027, όπου αποφασίστηκε ότι η τεταμένη σχέση μεταξύ ενός ιεραρχικά ανώτερου και κατώτερου υπαλλήλου, που βασίζεται σε αξιολόγηση ή κρίση για την απόδοση του τελευταίου που δεν είναι αρεστή, δεν θεμελιώνει προκατάληψη (Ίδε επίσης Σταυρινίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 426, Δημητριάδη ν. ΑΤΗΚ (1992) 4 ΑΛΑ. 2582, Κουνούνης και Άλλοι ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1996) 4 Α.Α.Δ. 2638 και Ακάμα ν. Δημοκρατίας (1996) 4 Α.Α.Δ. 1818). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του για επίδειξη έχθρας και/ή έλλειψη αντικειμενικότητας» (έμφαση δική μας). Τέλος, δεν συνάγεται ως ενδεχόμενη άλλη είδους σχέση μεταξύ του εν λόγω Δημοτικού Συμβούλου και του Νομικού Συμβούλου, η οποία να υποδηλώνει ανάγκη εξαίρεσης του από την εν λόγω διαδικασία. 3. Οσον αφορά την περίπτωση (3), και πιο συγκεκριμένα την ανάγκη εξαίρεσης του δημοτικού συμβούλου που προσλήφθηκε στην εταιρία όπου ο γιος του Νομικού Συμβούλου του Δήμου κατέχει 1 εκ των 21 θέσεων του Δ.Σ. και πάλι είναι η θέση μας ότι με δυσκολία υπάγεται στις περιπτώσεις όπου το μέλος υποχρεούται να απέχει ή τουλάχιστο εναντίον του οποίου πρέπει να ζητηθεί εξαίρεση αφού δεν παραπέμπει σε κάποια ιδιάζουσα σχέση μεταξύ των δύο, και ειδικότερα του Νομικού Συμβούλου του Δήμου και του κ. Μαρίνου Στυλιανού.

Αρχικά στην υπό κρίση περίπτωση αξίζει να τονισθεί η μάλλον μη αποφασιστική κρίση του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας, αφού κατέχει μόνο μια εκ των 21 συνολικά διαθέσιμων ψήφων. Επομένως και με γνώμονα την απαίτηση πλειοψηφικής απόφασης άλλα 10 μέλη τουλάχιστο του Δ.Σ. της εταιρίας συμφώνησαν με την ικανότητα του κ. Στυλιανού να αναλάβει την συγκεκριμένη θέση.

Αξίζει περαιτέρω να σημειωθεί ότι αν ως ήθελε κριθεί ότι υπάρχει συμφέρον και άρα ο εν λόγω Δημοτικός Σύμβουλος έχει συμφέρον στην έκβαση της απόφασης που αφορά την παραμονή ή όχι του Νομικού Σύμβουλου του Δήμου τότε με αναγκαία επαγωγή καταλήγουμε στο άτοπο του επηρεασμού της απόφασης του 21 μέλους Δ.Σ. κατά την λήψη της απόφασης πρόσληψης του. Τέλος παραπέμπουμε στην υπόθεση Cyprus Sulphar and Copper Co Ltd v. Δημοκρατίας (2003) 4 Α.Α.Δ. 471 ■ στην οποία λέχθηκε ότι : «Τούτο κρίνεται δε όχι υποκειμενικά στη βάση πραγματικού επηρεασμού της πράξης, αλλά αντικειμενικά στη βάση της αντίληψης του κοινού εξωτερικού παρατηρητή.» (έμφαση δική μας)

Επομένως πριν αποφανθεί κανείς περί της ανάγκης εξαίρεσης ενός μέλους λόγω ύπαρξης συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης θα πρέπει προηγουμένως να αναλογιστεί με αντικειμενικά κριτήρια αν όντως υπάρχει συμφέρον (που συχνά υποδηλώνεται με αμφίδρομη σχέση) και αν οι συνθήκες που υφίστανται είναι τέτοιες που οδηγούν το μέλος να ψηφίσει έχοντας ως γνώμονα το συμφέρον αυτό.

Τέτοια σχέση εν προκειμένω που να είναι αντικειμενικά ικανή να προτρέψει τον εν λόγω δημοτικό σύμβουλο να λειτουργήσει προς το συγκεκριμένο συμφέρον δεν φαίνεται να υφίσταται.


Πιο διαβασμένα

  • Week

  • Month

  • All